Η συγκυρία προσφέρεται για μια νέα σχέση Ελλάδας – Αμερικής. Μια ριζική αναθεώρηση στερεοτύπων, κυρίως του πώς βλέπουν οι περισσότεροι Έλληνες, και όχι μόνο οι ψηφοφόροι της Αριστεράς, τις ΗΠΑ.

Η υποστηρικτική στάση που τηρεί η Ουάσιγκτον καθ’ όλη τη διάρκεια της οικονομικής κρίσης και πρόσφατα στο προσφυγικό, παρότι και στις δύο περιπτώσεις το κύριο βάρος επωμίζονται οι Ευρωπαίοι και όχι οι Αμερικανοί, έχει αλλάξει τις προσλαμβάνουσες δεκαετιών.

Ως αφετηρία για τη δημιουργία μιας νέας σχέσης λειτουργεί το γεγονός ότι η Αμερική είναι σταθερά η πιο ισχυρή φωνή υπέρ της ελάφρυνσης του ελληνικού χρέους. Η ενασχόληση της κυβέρνησης Ομπάμα με την ελληνική κρίση έχει πολλές πτυχές και απορρέει από τη γενικότερη ιδεολογική της προσέγγιση. Δεν χάνει ευκαιρία να αναδείξει την αναγκαιότητα περισσότερο επεκτατικών πολιτικών σε αντίθεση με την αυστηρή λιτότητα που αποτελεί την επιλογή -εμμονή θα έλεγαν κάποιοι- του Βερολίνου. Είναι, άλλωστε, γνωστές οι αντιπαραθέσεις, δημόσιες και ιδιωτικές, που είχαν στη διάρκεια των τελευταίων έξι ετών οι επικεφαλής των υπουργείων Οικονομικών των δύο χωρών. Οι παρεμβάσεις του Τίμοθι Γκάιτνερ προς τον Βόλφγκανγκ Σόιμπλε κατά την πρώτη θητεία Ομπάμα συνεχίζονται από τον Τζακ Λιου στη δεύτερη.


Η Αθήνα, ακόμη και με κυβέρνηση της Αριστεράς, καλωσόρισε την αμερικανική συμβολή. Είναι χαρακτηριστικό ότι σε κρίσιμες φάσεις των διαπραγματεύσεων της ελληνικής κυβέρνησης με τους εταίρους χρειάσθηκε, ή αρκούσε, η τηλεφωνική παρέμβαση από την άλλη άκρη του Ατλαντικού, συνήθως του κ. Λιου, για να πεισθεί ο Αλέξης Τσίπρας και να μεταβάλει στάση ώστε να διευκολύνει την αμερικανική παρέμβαση προς τους Ευρωπαίους.

Η παραδοσιακά συγκρουσιακή σχέση της ελληνικής Αριστεράς με τις ΗΠΑ θα οδηγούσε σε άλλα συμπεράσματα και συμπεριφορές. Ωστόσο, η αντίθεση της κυβέρνησης Ομπάμα στην πολιτική της λιτότητας, αλλά και η εμφανής γοητεία που ασκεί στην ευρωπαϊκή Αριστερά ο κεντρώος Αμερικανός πρόεδρος ο οποίος επιδεικνύει αυτοσυγκράτηση στις διεθνείς σχέσεις και κοινωνική ευαισθησία στο εσωτερικό -όπως αποδεικνύει και η ασφαλιστική μεταρρύθμιση που εισήγαγε για την επέκταση της ιατροφαρμακευτικής περίθαλψης- έχει αλλάξει τα δεδομένα.


Το σκηνικό που έχει διαμορφωθεί προσφέρει, λοιπόν, μια ευκαιρία. Τα ερώτημα είναι αν υπάρχουν τα στρατηγικά ανακλαστικά και τα περιθώρια ιδεολογικών υπερβάσεων, ώστε να προχωρήσει η ακόμη μεγαλύτερη σύσφιγξη των διμερών σχέσεων.

Οι δύο χώρες είναι παραδοσιακοί σύμμαχοι και μέλη του ΝΑΤΟ, ενώ η μεγάλη ελληνική κοινότητα που ζει στην Αμερική λειτουργεί ως επιπρόσθετος, ουσιαστικός αλλά και συμβολικός, δεσμός φιλίας. Στη σημερινή συγκυρία το εγχείρημα της εμβάθυνσης της σχέσης θα ενισχυόταν σημαντικά εάν η πολιτική ηγεσία των ΗΠΑ «ενθάρρυνε», έμπρακτα και όχι απλά σε επίπεδο ρητορικής, την υλοποίηση ιδιωτικών επενδύσεων αμερικανικών συμφερόντων στην Ελλάδα.

Είναι χαρακτηριστική η σπάνια και με σαφή συμβολισμό πρόσφατη εικόνα αμερικανικών F-15 να πετούν μαζί με ελληνικά F-16 πάνω από την Αθήνα, πριν από μερικές εβδομάδες, και να φωτογραφίζονται με φόντο την Ακρόπολη. Αν κρίνει κανείς από το γεγονός ότι οι περισσότεροι Έλληνες ένιωσαν ανακούφιση όταν διαπίστωσαν ότι τα μαχητικά που πετούσαν στον αττικό ουρανό ήταν αμερικανικά, είναι σαφές ότι το σκηνικό που έχει διαμορφωθεί, σε πολιτικό, αλλά και ψυχολογικό επίπεδο, είναι πολύ διαφορετικό σε σχέση με το παρελθόν και η συγκυρία προσφέρεται για την ανάπτυξη μιας πραγματικά στρατηγικής συνεργασίας Ουάσιγκτον – Αθήνας, που θα προσφέρει οφέλη και στις δύο πλευρές.

Εναπόκειται στην ελληνική κυβέρνηση να τολμήσει τις αναγκαίες υπερβάσεις και στην αμερικανικό να αξιολογήσει τα οφέλη και να αξιοποιήσει το νέο περιβάλλον.

Από την εφημνερίδα «Καθημερινή» 26/05/2016, του Αθανασίου Έλλις