H οικονομία της… καφετέριας και του… πίτα γύρου, δεν μπορεί να ελπίζει σε ανάκαμψη.

Tα στοιχεία του ρεπορτάζ του Capital.gr για την εκτόξευση κατά 46% στα επιχειρηματικά λουκέτα ήταν συγκλονιστικά. Δυστυχώς όμως, η ζοφερή αυτή εικόνα, με τις 15.435 επιχειρήσεις που κατέβασαν ρολά μόνο στο πρώτο πεντάμηνο του 2016, όχι μόνο θα διατηρηθεί, αλλά αναμένεται να επιδεινωθεί.

Η υπερφορολόγηση, τα ασφαλιστικά χαράτσια και η βροχή των έμμεσων φόρων και κυρίως η αύξηση του ΦΠΑ στο 24%, δίνει τη χαριστική βολή σε ένα ήδη αρκούντως νοσηρό επιχειρηματικό περιβάλλον. Η αύξηση του κόστους όλων σχεδόν των υπηρεσιών και των περισσότερων αγαθών, δεν αφήνει κανένα περιθώριο επιβίωσης στις μικρές ή πολύ μικρές επιχειρήσεις στις οποίες κυρίως στηρίζεται η οικονομία τα τελευταία χρόνια. Αν μάλιστα δεν υπήρχε και η συγκυρία της εισόδου στην τουριστική περίοδο, τα δεδομένα θα ήταν όχι απλώς δυσμενή, αλλά εφιαλτικά.


Πολύ περισσότερο μάλιστα από τη στιγμή που η αφαίμαξη των εισοδημάτων των πολιτών αδειάζει ακόμη περισσότερο τα πορτοφόλια και οδηγεί στον περαιτέρω περιορισμό της κατανάλωσης. Το γεγονός ότι το ισοζύγιο των επιχειρήσεων που ανοίγουν έναντι εκείνων που κλείνουν για πρώτη φορά έχει περάσει σε τόσο μεγάλο αρνητικό έδαφος, δείχνει και το πού οδεύει η κατάσταση. Γιατί μέχρι πρόσφατα, είχε επικρατήσει η οξύμωρη κατάσταση να ανοίγουν μικροεπιχειρήσεις, κυρίως στο χώρο της εστίασης και του καφέ, με τέτοιο ρυθμό που αριθμητικά έδιναν τη στρεβλή εικόνα της εξισορρόπησης σε μεγάλο βαθμό των λουκέτων με τα… εγκαίνια.

Βεβαίως, αυτό ήταν μία μαγική εικόνα. Γιατί άλλο να κλείνει μία βιομηχανική ή εμπορική επιχείρηση και άλλο να ανοίγει ένα σουβλατζίδικο. Άλλο να μεταναστεύουν παραγωγικές επιχειρήσεις στη Βουλγαρία, την Αλβανία και την Κύπρο και άλλο να ιδρύονται ΙΚΕ του ενός ευρώ λόγω ορισμένων προνομίων που μέχρι πρόσφατα προσέφερε στον μέτοχο ή τον διαχειριστή της. Όμως έστω και αυτή η κατάντια της οικονομίας, κουτσά στραβά συντηρούσε κάπως την αγορά. Ακόμη και αυτό το «λίπος» όμως που είχαν να κάψουν όσοι αναζητούσαν την τύχη τους στη δημιουργία μικρομάγαζων, έχει αρχίσει πλέον να τελειώνει.


Η μετατροπή της ελληνικής οικονομίας στην πορεία απαξίωσής της από παραγωγική ή έστω οικονομία υπηρεσιών σε οικονομία του καφέ και του σουβλακιού, στηρίχθηκε στα κεφάλαια που αποκτήθηκαν λόγω εφάπαξ από συνταξιοδοτήσεις του δημόσιου τομέα ή λόγω προσφορών εθελούσιας εξόδου. Και κυρίως από τον τραπεζικό τομέα, από εταιρείες υπό ιδιωτικοποίηση ή από ΔΕΚΟ, τα κονδύλια αυτά δεν ήταν διόλου ευκαταφρόνητα. Πολλοί ήταν εκείνοι που επένδυσαν τα κεφάλαια αυτά σε καφετέριες ή σε κάθε είδους ταχυφαγεία.

Η πλειοψηφία των μικρών αυτών επιχειρήσεων δεν είχε μεγαλύτερη διάρκεια  ζωής από μερικούς μήνες ή στην καλύτερη περίπτωση ένα – δύο χρόνια, όμως επρόκειτο για μία κατάσταση τροφοδοτούμενη διαρκώς. Τώρα όμως και τα εφάπαξ ψαλιδίστηκαν ή τελείωσαν και οι εθελούσιες έξοδοι περιορίζονται ή οι προτάσεις αφορούν πολύ μικρότερα ποσά.  Ο κύκλος λοιπόν  αυτός τώρα πλέον σπάει. Και αυτό θα φανεί πολύ πιο έντονα από εδώ και πέρα. Δεν είναι λοιπόν μόνο τα τρανταχτά λουκέτα με τους δεκάδες ή εκατοντάδες εργαζόμενους. Είναι και η αρχή της διάλυσης της αλυσίδας που συντήρησε και ευνόησε τη δημιουργία χιλιάδων μικρομάγαζων.

Και από την άλλη πλευρά υπάρχει και το κράτος μπαταχτσής που όχι μόνο σκοτώνει με την φορομπηχτική πολιτική του την επιχειρηματικότητα, σε όλα τα επίπεδα, αλλά παράλληλα «φεσώνει» τους πολίτες προκειμένου να εξυπηρετηθεί η υποχρέωση της εμφάνισης πλεονασμάτων. Και δεν φαίνεται κανένα φως στο τούνελ. Υποτίθεται δε ότι μέσα στο πακέτο της  διαπραγμάτευσης θα ήταν και τα κονδύλια που οφείλει το ελληνικό δημόσιο σε ιδιώτες. Φευ! Από τα 7,5 δισ. της δόσης,  αν και όταν αυτή εκταμιευτεί, μόλις τα 1,7 υποτίθεται ότι θα πάνε για να καλύψουν υποχρεώσεις του δημοσίου που αγγίζουν σήμερα στην πραγματικότητα ίσως και τα 9-10 δισ. Πόσα από αυτά θα φτάσουν πραγματικά στην αγορά; Ζήτημα αν θα είναι το ένα τρίτο…

Του Δημήτρη Παπακωνσταντίνου από το capital.gr