Spread the love


Οι εργοδότες νομιμοποιούνται να … ψάχνουν το κομπιούτερ των εργαζομένων

«Πράσινο φως» ανάβει ο Αρειος Πάγος στους εργοδότες για νομική αξιοποίηση δεδομένων που υπάρχουν στους υπολογιστές υπαλλήλων τους, εφόσον εκείνοι παραιτηθούν για να δουλέψουν σε ανταγωνιστή τους.

Ειδικότερα, τους δίνει τη δυνατότητα να χρησιμοποιούν τις πληροφορίες και τα στοιχεία που είναι καταγεγραμμένα στους σκληρούς δίσκους των υπολογιστών των εργαζομένων τους όταν εκείνοι παραιτούνται και πιάνουν δουλειά σε ανταγωνιστική επιχείρηση.

Όπως έκρινε το Ανώτατο Δικαστήριο, τα στοιχεία που θα ανακτούν οι εργοδότες, μπορούν να χρησιμοποιούνται σε αστικές ή ποινικές διεκδικήσεις.

Στη συγκεκριμένη περίπτωση που έκρινε ο Α. Πάγος, οι εργαζόμενοι έστελναν e-mails με επιχειρηματικά στοιχεία στην εταιρεία στην οποία μετέπειτα προσελήφθησαν.

Σύμφωνα με την απόφαση του Αρείου Πάγου, δεν υπάρχει θέμα παραβίασης του απορρήτου των προσωπικών δεδομένων και των επικοινωνιών των εργαζομένων, ούτε προϋποτίθεται η λήψη της συναίνεσής τους για το άνοιγμα των αρχείων τους.

Τέλος, στην απόφαση τονίζεται ότι οι εργαζόμενοι είναι υποχρεωμένοι να δείχνουν «καλή πίστη» προς τον εργοδότη τους και να μην ενεργούν ανταγωνιστικές πράξεις οι οποίες βάπτουν τα συμφέροντά του.

Ποια τα δικαιώματα και ποιες οι υποχρεώσεις εργοδοτών και εργαζομένων

Δικαιώματα εργοδοτών – Υποχρεώσεις εργαζομένων

Η οργάνωση της εργασίας, η οποία έχει αρχίσει να αναπτύσσεται και στη χώρα μας, προϋποθέτει, πέρα από την εφαρμογή των μεθόδων της οργανωτικής θεωρίας και την ενημέρωση των εργοδοτών και εργαζομένων στα διάφορα εργατικά θέματα. Θεωρούμε απαραίτητη για τον εκσυγχρονισμό των βιομηχανικών επιχειρήσεων από το ένα μέρος των εργατικών στελεχών και των εργαζομένων από το άλλο, την κατάρτιση, διαφώτιση και επιμόρφωση αυτών, γύρω από τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις που απορρέουν από την εργασιακή σχέση. Γι΄ αυτό και θ΄ αναφερθούμε σ΄ αυτά τα οποία αποτελούν συγχρόνως δικαιώματα των εργοδοτών και υποχρεώσεις των εργαζομένων. Είναι δε τα εξής:

α. Η παροχή εργασίας

Ο εργαζόμενος υποχρεούται να θέσει στη διάθεση του εργοδότη την εργασία του, την οποία και οφείλει να εκτελέσει. Η έκταση της υποχρέωσης του εργαζόμενου για εργασία, προσδιορίζεται από το διευθυντικό δικαίωμα του εργοδότη. Με το δικαίωμα αυτό ο εργοδότης καθορίζει το είδος, τον τρόπο, τον τόπο, το χρόνο της εργασίας και γενικά κάθε αναγκαία λεπτομέρεια για την εύρυθμη λειτουργία της επιχείρησης. Το διευθυντικό δικαίωμα του εργοδότη, το οποίο απορρέει από τη φύση της σύμβασης της εργασίας πρέπει να ασκείται καλόπιστα, η δε κατάχρηση αυτού υπόκειται στον έλεγχο των δικαστηρίων. Στο δικαίωμα αυτό τίθενται περιορισμοί τόσο από νομοθετικές διατάξεις όσο και από συλλογικές συμβάσεις ή και από όρους της εργασιακής σύμβασης. Αναφορικά με το είδος και τον τόπο της εργασίας, ο εργοδότης δικαιούται να απαιτήσει από τον εργαζόμενο να εκτελεί την εργασία, για την οποία έχει προσληφθεί. Η μετάθεση από το ένα τμήμα της επιχείρησης σε άλλο επιτρέπεται και χωρίς τη συναίνεση του εργαζόμενου, αρκεί η μετάθεση αυτή να μη δημιουργεί χειροτέρευση της θέσης του. Για το χρόνο της εργασίας ο εργοδότης δικαιούται να απασχολεί τον εργαζόμενο σύμφωνα με τις ώρες που ο νόμος ορίζει. Σε περίπτωση υπερωρίας ο εργαζόμενος υποχρεούται στην εκτέλεση αυτής και δικαιούται για την εργασία αυτή ιδιαίτερη αμοιβή. Αν ο εργοδότης δεν αποδέχεται την εργασία του εργαζόμενου που συμφωνήθηκε, τότε καθίσταται υπερήμερος και ευθύνεται για την καταβολή του μισθού (Α.Κ. 656).

β. Υποχρέωση του εργαζόμενου προς πίστη:

Ο εργοδότης έχει δικαίωμα να αξιώσει την έντιμη συμπεριφορά του εργαζόμενου έναντι της επιχείρησης. Η υποχρέωση προς πίστη, όπως συνήθως λέγεται, συνίσταται από μέρους του εργαζόμενου στην προσπάθεια να ενεργεί πάντοτε με σκοπό την πρόοδο της επιχείρησης και να αποφεύγει κάθε ενέργεια που να ζημιώνει αυτήν. Ο εργαζόμενος οφείλει να μην εκτελεί εργασίες όμοιες με εκείνες του εργοδότη, εκτός αν έχει τη συγκατάθεσή του, πολύ δε περισσότερο να μη συναγωνίζεται αυτόν, ούτε να βοηθά άλλους ανταγωνιστές της επιχείρησης, με τη μέθοδο της αποκάλυψης μυστικών ή πληροφοριών σ΄ αυτούς. Επίσης οφείλει να τηρεί εχεμύθεια σε εργασίες που του εμπιστεύθηκε η επιχείρηση και που έχουν χαρακτηρισθεί απόρρητες. Η υποχρέωση αυτή απορρέει από τις αρχές της καλής πίστης (άρθρα 200 και 288 ΑΚ.) και στηρίζεται στην αμοιβαία εμπιστοσύνη και συνεργασία.

γ. Αυτοπρόσωπη εκτέλεση της εργασίας – Αποκατάσταση βλάβης που προξενήθηκε συνεπεία δόλου ή αμέλειας του εργαζόμενου

Σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 651 και 652 του ΑΚ ο εργαζόμενος οφείλει να εκτελέσει την εργασία του αυτοπροσώπως και να επιδείξει την ανάλογη επιμέλεια γι΄ αυτήν. Ευθύνεται δε για κάθε ζημιά που μπορεί να προξενήσει στον εργοδότη όταν αυτή προέρχεται από δόλο ή αμέλεια. Γεννάται κατά συνέπεια στην περίπτωση αυτή δικαίωμα του εργοδότη για αποζημίωση. Ο βαθμός της επιμέλειας για την οποία ευθύνεται ο εργαζόμενος, κρίνεται από τη σύμβαση, αφού λαμβάνονται υπόψη οι ειδικές γνώσεις που απαιτούνται για την εργασία, η μόρφωση, οι ικανότητες και οι ιδιότητες του εργαζόμενου, τις οποίες γνώριζε ή όφειλε να γνωρίζει ο εργοδότης. Αν ο εργοδότης γνώριζε την έλλειψη αυτών των ιδιοτήτων του εργαζόμενου και αποδέχθηκε την παροχή εργασίας τότε ο εργαζόμενος δεν ευθύνεται για τη ζημιά που μπορεί να συμβεί, σύμφωνα με την αρχή του συμψηφισμού των πταισμάτων και από τα δύο μέρη (άρθρο 300 ΑΚ)Υποχρεώσεις εργοδοτών – Δικαιώματα εργαζομένων

Από την εργασιακή σχέση πηγάζουν οι ακόλουθες υποχρεώσεις των εργοδοτών, οι οποίες αποτελούν αντίστοιχα και δικαιώματα των εργαζομένων:

α. Η καταβολή του μισθού

Μισθός είναι το αντάλλαγμα το οποίο δίνεται έναντι της παροχής εργασίας από τον εργαζόμενο (ΑΚ 648). Υπόχρεος για την καταβολή του μισθού είναι κατά κανόνα ο εργοδότης, υπάρχουν όμως και περιπτώσεις κατά τις οποίες ο μισθός καταβάλλεται από τρίτους π.χ. φιλοδωρήματα σερβιτόρων, κουρέων κλπ. Δικαιούχος του μισθού είναι ο εργαζόμενος, προς τον οποίο και καταβάλλεται ο μισθός. Μόνο σε περίπτωση κωλύματος αυτού, λόγω ασθένειας ή άλλου σπουδαίου λόγου, επιτρέπεται η διά πληρεξουσίου είσπραξη.

Ο μισθός, εκτός αντίθετης συμφωνίας, καταβάλλεται μετά την παροχή της εργασίας (ΑΚ 655) είτε κάθε εβδομάδα, είτε κάθε δεκαπενθήμερο είτε σε άλλα χρονικά διαστήματα και καθίσταται απαιτητός σε κάθε περίπτωση που λήγει η εργασιακή σύμβαση. Πρέπει να τονίσουμε σ΄ αυτό το σημείο ότι οι εργοδότες υποχρεούνται μέσα στα πλαίσια που η καλή πίστη των συναλλασσομένων επιβάλλει, να εφαρμόζουν κατά τέτοιο τρόπο το σύστημα καταβολής των αποδοχών ώστε αυτό να γίνεται κατανοητό από τους εργαζόμενους. Γι΄ αυτό το σκοπό έχει ρυθμισθεί νομοθετικά η υποχρέωση χορήγησης, από μέρους των εργοδοτών, εξοφλητικών σημειωμάτων, σε όλους τους εργαζόμενους.

Στους εργαζόμενους με βάση το άρθρο 18 του Ν. 1082/80 , οι εργοδότες υποχρεούνται να χορηγούν εκκαθαριστικά σημειώματα κατά την εξόφληση των αποδοχών τους ή ανάλυση μισθοδοσίας αν χρησιμοποιούν μηχανογραφικό σύστημα. Στα εκκαθαριστικά σημειώματα ή στην ανάλυση μισθοδοσίας θα πρέπει να αναγράφονται αναλυτικά οι πάσης φύσεως αποδοχές, καθώς και οι κρατήσεις. Ίδια διάταξη περιέχει και ο Ν. 1469/84, άρθρο 20 , που έχει τροποποιήσει τον Α.Ν. 1846/51 του ΙΚΑ. Οι αρμόδιοι υπάλληλοι του ΙΚΑ αν διαπιστώσουν παράβαση της διατάξεως αυτής, δύνανται να καταλογίσουν τις εισφορές, σύμφωνα με τις ισχύουσες ασφαλιστικές διατάξεις της νομοθεσίας του ΙΚΑ. Το ύψος του μισθού καθορίζεται δια συμφωνίας μεταξύ εργοδότη και εργαζόμενου και δε δύναται να είναι κατώτερο, από εκείνο που οι συλλογικές συμβάσεις ή διαιτητικές αποφάσεις ορίζουν. Εκτός από το μισθό που καθορίζεται από τα ενδιαφερόμενα μέρη, δύναται να παρέχονται και άλλα πρόσθετα επιδόματα με διάφορες μορφές, τα οποία, αν χορηγούνται σταθερά και για αρκετό χρονικό διάστημα, θεωρούνται και αυτά μισθός. Ο εργαζόμενος δικαιούται του μισθού και σε ορισμένες περιπτώσεις, κατά τις οποίες δεν παρέχει εργασία όπως:

αα. Στην περίπτωση υπερημερίας του εργοδότη (άρθρο Α.Κ 656) όταν δε γίνεται δεκτή η εργασία του εργαζόμενου εκτός της περίπτωσης ανώτερης βίας.

ββ. Όταν έχει λάβει υποχρεωτική κανονική άδεια.

γγ. Όταν κωλύεται να εργασθεί συνέπεια σπουδαίου λόγου που δεν οφείλεται σε υπαιτιότητά του (π.χ. στην ασθένεια).

δδ. Όταν ασκεί το δικαίωμα της επίσχεσης (άρθρο 325 Α.Κ).

Τα κυριότερα μέτρα προστασίας αξίωσης του μισθού, ο οποίος αποτελεί τη βάση της συντήρησης του εργαζόμενου και της οικογένειάς του, είναι η απαγόρευση μείωσης του μισθού κατά τρόπο μονομερή από τον εργοδότη ή και η απαγόρευση κατάρτισης σύμβασης από τον εργαζόμενο που να επιφέρει ελάττωση του μισθού. Ο μισθός αντιστοιχεί σε απασχόληση του εργαζόμενου για πλήρες ωράριο εργασίας. Σε μειωμένη απασχόληση καταβάλλεται και μειωμένος μισθός. Βέβαια νοείται ότι αν ο εργαζόμενος απουσιάζει αδικαιολόγητα και δεν παρέχει εργασία, ο εργοδότης δεν υποχρεούται να καταβάλλει αποδοχές. Εξάλλου, σύμφωνα με τη νομολογία των δικαστηρίων ( Ν.Σ.Κ 739/62 ) ο μηνιαίος μισθός αντιστοιχεί για είκοσι πέντε (25) εργάσιμες ημέρες. Λογίζεται δε ως ημερήσιος μισθός το ένα εικοστό πέμπτο του μηνιαίου μισθού που υπολογίζεται διά της διαίρεσης του μηνιαίου μισθού με τον αριθμό είκοσι πέντε (25).

β. Η παροχή πρόνοιας

Ο εργοδότης υποχρεούται να λαμβάνει μέτρα προστασίας των εργαζομένων από τους κινδύνους που απειλούν τη ζωή και την υγεία αυτών. Η εργατική νομοθεσία ρυθμίζει με λεπτομέρεια τα θέματα υγιεινής και ασφάλειας των εργαζομένων.

Ειδικότερα ο εργοδότης υποχρεούται:

αα. Να φροντίζει για την καλή λειτουργία των μηχανημάτων της επιχείρησης.

ββ. Να ενημερώνει τους εργαζόμενους αναφορικά με τους κινδύνους που αντιμετωπίζουν κατά την ώρα της εργασίας τους.

γγ. Να λαμβάνει μέτρα για διαφύλαξη των πραγμάτων, των εργαζομένων που ευρίσκονται στους χώρους εργασίας.

δδ. Να εκπληρώνει τις υποχρεώσεις του που απορρέουν από τις Σ.Σ.Ε. ή Δ.Α (χορήγηση φορμών, υποδημάτων, γάλακτος κλπ.).

Γενικά να καθιστά ευχάριστη τη ζωή των εργαζόμενων μέσα στο χώρο εργασίας και να βοηθά στην όσο δυνατό καλύτερη απόδοση και ευημερία αυτών.

γ. Η απασχόληση του εργαζόμενου

Αν η πληρωμή του εργαζόμενου, γίνεται κατά μονάδα εργασίας με ποσοστά ή φιλοδωρήματα, ο εργοδότης υποχρεούται να απασχολεί τον εργαζόμενο και να εξασφαλίζει σ΄ αυτόν το κατώτερο όριο αμοιβής. Αλλά όπως και στον ανωτέρω τρόπο αμοιβής, έτσι και στην περίπτωση κατά την οποία ο μισθός υπολογίζεται κατά χρονική περίοδο, ο εργαζόμενος δικαιούται να ζητήσει την πραγματική αυτού απασχόληση. Ο εργοδότης δε δύναται να αρνηθεί στον εργαζόμενο την παροχή πραγματικής εργασίας, έστω κι αν καταβάλλει σ΄ αυτόν μισθό. Αν και από καμία διάταξη νόμου δεν αναφέρεται τέτοια υποχρέωση του εργοδότη, η αδικαιολόγητη άρνηση αυτού, να απασχολήσει τον εργαζόμενο δύναται να θεωρηθεί ότι προσβάλλει αυτόν και τον υποβιβάζει σε αργόμισθο, ακόμη βλάπτει αυτόν επαγγελματικά και αντίκειται μια τέτοια ενέργεια στο δημόσιο συμφέρον. Δικαιούται επίσης ο εργαζόμενος να αξιώνει σεβασμό της προσωπικότητάς του και να αποκρούει κάθε μεταχείριση, η οποία είναι αντίθετη με τους νόμους της κοινωνικής ευπρέπειας και ανθρώπινης αξιοπρέπειας.

δ. Η παροχή ελεύθερου χρόνου για εύρεση άλλης εργασίας

Άλλη υποχρέωση του εργοδότη είναι σύμφωνα με το άρθρο 677 του Α.Κ. η παροχή στον εργαζόμενο, εφόσον ο ίδιος το ζητήσει, ελεύθερου χρόνου, μετά την καταγγελία της σύμβασης, για εύρεση άλλης εργασίας. Κατά το χρόνο της άδειας απουσίας, ο εργαζόμενος δικαιούται ολόκληρου του μισθού του. Χρονικό όριο άδειας δεν τάσσεται, αλλά ο χρόνος αυτός πρέπει να είναι εύλογος. Σχετική διάταξη στην εργατική νομοθεσία δεν υπάρχει εκτός από το άρθρο 11 του Α.Ν. 394/36 , περί ξενοδοχοϋπαλλήλων διά του οποίου θεσπίζεται υποχρέωση στους εργοδότες να παρέχουν δίωρη ημερήσια άδεια για όλο το χρόνο της τακτικής καταγγελίας της σύμβασης εργασίας”.

ε. Η έκδοση πιστοποιητικού εργασίας, προϋπηρεσίας ή υπηρεσίας

Ο εργαζόμενος μετά τη λήξη της σύμβασης δικαιούται να ζητήσει και ο εργοδότης υποχρεούται να χορηγήσει σ΄ αυτόν πιστοποιητικό εργασίας, περί του είδους και της διάρκειας της εργασίας, καθώς και της διαγωγής την οποία έχει επιδείξει στην επιχείρηση. Το ποιόν της εργασίας που παρέχει ο εργαζόμενος και η διαγωγή αυτού, αναγράφονται στο πιστοποιητικό υπηρεσίας ή προϋπηρεσίας μόνο στην περίπτωση που ο ίδιος το ζητήσει (Β. Δ/γμα 16/18-7-20 Ν. 2112/20 άρθρο 2 και Ακ. 678). Για το χαρακτηρισμό της διαγωγής πρέπει να χρησιμοποιούνται οι συνηθισμένες στις συναλλαγές ορολογίες και όχι υποκειμενικές εκφράσεις. Ο εργοδότης είναι υπεύθυνος τόσο έναντι του εργαζόμενου αναφορικά με τη χορήγηση ανακριβούς πιστοποιητικού, δηλαδή όταν αναγράφει ψευδείς και δυσμενείς χαρακτηρισμούς, όσο και έναντι τρίτου, που προσέλαβε τον εργαζόμενο και αναγράφει ευμενείς χαρακτηρισμούς που δεν ανταποκρίνονται στην αλήθεια.

Δείτε πληροφορίες για τον Άρειο Πάγο στο wikipedia.org αλλά και στο επίσημο site

 

 

 



Spread the love