Ολα προμηνύουν  μια συνέχεια του αδιεξόδου, καθώς συνεχίζεται μια αμφίρροπη διελκυστίνδα στην ευρύτερη περιοχή της Μεσοποταμίας.

Στη βόρεια Συρία το μακελειό εναλλάσσεται με εκεχειρίες, καθώς η Συριακή Αεροπορία και το πυροβολικό σφυροκοπά την ανατολική πλευρά του Χαλεπίου, που κατέχουν δυνάμεις ανταρτών, ώστε να εκδιωχθούν οι εναπομείναντες άμαχοι και να καταστήσουν την περιοχή μια ζώνη θανάτου.

Οι αντάρτες ανταπαντούν με βολές πυροβολικού σε περιοχές στα δυτικά της πόλης, αλλά δεν μπορεί να φτάσει σε καταστρεπτική ισχύ την δύναμη πυρός που χρησιμοποιείται εναντίον των θυλάκων τους.


Ο σκοπός των επιθέσεων της συριακής κυβέρνησης έχει παραμείνει η ίδια κατά τα τελευταία πέντε χρόνια και είναι να απομονώσει τους μαχητές από τον πληθυσμό, μια κλασική στρατηγική καταστολής εξέγερσης που χρησιμοποιήθηκε από τους Γάλλους στην Αλγερία και από τις ΗΠΑ στο Βιετνάμ. Δεν διαφέρει πολύ από τις κλασικές ανταρτικές μεθόδους που αποσκοπούν και αυτές στην απομόνωση του καθεστώτος από την υποστηρικτική του βάση.

Με το σκεπτικό αυτό, οι συριακές κυβερνητικές δυνάμεις στοχεύουν βασικές υποδομές σε ζώνες κατοχής των αντιπάλων τους, όπως νοσοκομεία και αγορές, ώστε ολόκληρες συνοικίες πόλεων, όπως η Δαμασκός και η Χομς να είναι πλέον ερείπια.


Στο Ιράκ, ο συνασπισμός του οποίου ηγούνται οι ΗΠΑ υποτίθεται ότι είναι πιο προσεκτικός για την αποφυγή απωλειών μεταξύ των αμάχων, αλλά ακόμα κι έτσι το 70 τοις εκατό του Ραμάντι, πρωτεύουσα της επαρχίας Ανμπάρ, έχει καταστραφεί και ότι έχει μείνει όρθιο έχει μετατραπεί σε παγίδες θανάτου από αυτοσχέδιους εκρηκτικούς μηχανισμούς και παγιδεύσεις του φυτεύτηκαν από ISIS.

Στην Συρία και στο Ιράκ, είναι προφανές ότι ο αριθμός των χερσαίων στρατευμάτων είναι ανεπαρκής για την μάχη κατά των τζιχαντιστών.

Παρά τους ισχυρισμούς τους, σε κάθε περίπτωση οι δυνάμεις του συριακού στρατού, των Κούρδων της Συρίας (YPG), Κούρδων του Ιράκ (Peshmerga), του ιρακινού στρατού μπορεί να ισχυρίζονται ότι κατήγαγαν μεγάλες νίκες, αλλά στην πραγματικότητα απλά διεξάγουν εκκαθαριστικές επιχειρήσεις και συνήθως δεν μπορούν να προελάσουν αν δεν προηγηθεί καταστροφικός βομβαρδισμός.

Παρά τις όποιες επιτυχίες των αεροπορικών επιδρομών, υπάρχουν όριά στο τι μπορεί να επιτευχθεί. Σύμφωνα με πληροφορίες από αμερικανικές πηγές, οι εναπομείναντες άμαχοι στο Χαλέπι είναι περίπου 100.000, λόγω των αεροπορικών επιδρομών, ενώ τα δυτικά τμήματα της πόλης που είναι υπό κυβερνητικό έλεγχο εξακολουθούν να έχουν ένα πληθυσμό δύο εκατομμυρίων. Αυτό όμως δείχνει ότι οι πιο “αδιάκριτοι” βομβαρδισμοί Σύρων και Ρώσων επέφεραν σε μεγάλο βαθμό το ποθητό για αυτούς αποτέλεσμα.

Από την άλλη, σύμφωνα με τα στοιχεία που δίδονται επίσημα, οι ΗΠΑ και η συμμαχία έχουν πραγματοποιήσει 8.067 αεροπορικές επιδρομές στο Ιράκ και 3809 στη Συρία που υποτίθεται προκάλεσαν βαριές απώλειες στο ISIS διακόπτοντας τις επικοινωνίες του. Οι αυστηροί κανόνες εμπλοκής, που προορίζονται για την αποφυγή απωλειών μεταξύ των αμάχων, επιτρέπουν στους τζιχαντιστές του ISIS και της αλ-Νούσρα να μένουν ασφαλείς καταλαμβάνοντας τμήματα κτιρίων στα οποία διαμένουν άμαχοι δημιουργώντας de facto “ανθρώπινες ασπίδες”.

Το αμάλγαμα που καλείται ένοπλη αντιπολίτευση σε μέρη όπως τη Μοσούλη, τη Ράκα και την Ανατολική Γκούτα απαγορεύουν την αναχώρηση αμάχων, με απειλή ακόμη και θανάτου.

Σε γενικές γραμμές οι βομβαρδισμοί των Δυτικών δεν έχουν αποδώσει τα αναμενόμενα, στις περιοχές που επικεντρώνουν το ενδιαφέρον τους. Από την άλλη οι τζιχαντιστές δεν εμμένουν, πλέον, στην υπεράσπιση χώρου, μέχρις εσχάτων όπως πρόσφατα στο Ραμάντι και στην Παλμύρα. Αντίθετα εύκολα μεταπίπτουν σε κατάσταση ανταρτοπολέμου, από την οποία μετέπεσαν σε τακτική κατάσταση μετά την πτώση της Μοσούλης.

Κατά τις τελευταίες ημέρες, δείχνουν να ανακάμπτουν μάλιστα, έχουν καταλάβει τη σημαντική τοποθεσία άντλησης φυσικού αερίου Shaer, στην έρημο, σχετικά κοντά στην Παλμύρα.

Το ISIS και η αλ-Νούσρα έχουν πολλούς εχθρούς, οι οποίοι όμως είναι διαιρεμένοι και επιδιώκουν διαφορετικούς στόχους. Οι ΗΠΑ και οι σύμμαχοί τους θέλουν να ηττηθεί το ISIS αλλά δεν θέλουν αυτό να γίνει από τον συριακό στρατό ή τις ιρακινές σιιτικές πολιτοφυλακές για να είναι τα μέσα που προκαλούν αυτή την ήττα. Παρόλο που υπάρχει αμοιβαία απέχθεια ανάμεσα στις ηγεσίες των Κούρδων της Συρίας και του Ιράκ, υπάρχει και αμοιβαίος φόβος ότι μια ήττα των τζιχαντιστών θα μειώσει τη στρατηγική αξία τους για τη Δύση και θα τους αφήσει στο έλεος της Τουρκίας και των ανασυσταθέντων καθεστώτων σε Βαγδάτη και Δαμασκό.

Αυτό, όμως δεν μπορεί να γίνει σύντομα εφικτό. Οι πιέσεις των ΗΠΑ για μια επίθεση κατά της Μοσούλης, το συντομότερο δυνατό, είναι επίφοβοι καθώς ο ιρακινός στρατός δεν έχει την κατάρτιση και κυρίως το ηθικό για να πραγματοποιήσει κάποια επιθετική ενέργεια αυτής της κλίμακας και ενδεχόμενη ήττα θα τον έφθειρε σε μέγιστο βαθμό και θα εξέθετε τους Κούρδους του Ιράκ σε άμεσο κίνδυνο. Ταυτόχρονα ενέχει τον κίνδυνο να παρασύρει περισσότερα δυτικά, βλέπε αμερικανικά, στρατεύματα σε έναν κυκεώνα με ανυπολόγιστες πολιτικές προεκτάσεις. Ηδη Αμερικανοί πεζοναύτες έχουν παρατάξει πυροβολικό σε βάση πυρός για να θα υποστηρίξουν την ιρακινή χερσαία επίθεση εναντίον της Μοσούλης, που αποκαλύφθηκε όταν μαχητές του ISIS την προσέβαλαν σκοτώνοντας έναν πυροβολητή.

Αν και το ISIS έχει υποστεί κάποιες ήττες τελευταία δεν πρόκειται να ηττηθεί στρατηγικά σύντομα. Το έδαφος που χάνει είναι βασικά έρημος ή ημι-έρημος. Πιο σημαντική είναι η προοδευτική απώλεια της πρόσβασης στα τουρκικά σύνορα, που έχει σε μεγάλο βαθμό σφραγιστεί από την συριακή κουρδική πολιτοφυλακή YPG που επικουρείται από αμερικανικές αεροπορικές επιδρομές. Ο συνεχώς συρρικνούμενος διάδρομος μεταξύ Χαλεπίου και Ευφράτη, που συνδέει το αυτοαποκαλούμενο χαλιφάτο με την Τουρκία απειλείται από το YPG από τα ανατολικά και από τον συριακό στρατό στα δυτικά. Εάν αυτός ο διάδρομος κλείσει τότε το ISIS θα έχει μεγάλη δυσκολία να συνεχίσει να λαμβάνει εφόδια και ξένους εθελοντές και να στέλνει τρομοκράτες για επιθέσεις στο εξωτερικό.

Αν ηττηθούν, ISIS και αλ-Νούσρα, το μέλλον των σουνιτικών πληθυσμών στην περιοχή διαγράφεται ζοφερό όπως και η πολιτική γεωγραφία αυτού του μέρους της Μέσης Ανατολής. Οι σουνίτες Άραβες στο Ιράκ αποτελούν το 20 τοις εκατό και στη Συρία το 60 τοις εκατό του πληθυσμού. Αυτοί είναι πληθυσμοί που χωρίστηκαν από την συνθήκη Sykes Picot αλλά στην πραγματικότητα είναι ένα ενιαίο πεδίο μάχης για τους σαλαφιστές-τζιχαντιστές. Ετσι αν οι τζιχαντιστές ηττηθούν θα χάσουν και οι σουνίτες Άραβες στο σύνολό τους σε μια ζώνη εδάφους μεταξύ των συνόρων του Ιράκ με το Ιράν έως τη Μεσόγειο.

Αμερικανοί αναλυτές εκτιμούν ότι οι περισσότεροι από εκείνους που εκτοπίστηκαν στις μάχες στο Ιράκ κατά τη διάρκεια των δύο τελευταίων ετών είναι σουνίτες. Υπενθυμίζεται ότι οι σουνίτες είχαν ήδη εκδιωχθεί από ένα μεγάλο μέρος της Βαγδάτης στη θρησκευτική σφαγή του 2006-7. Μια παρατεταμένη μάχη για Μοσούλη θα κάνει ερείπια το τελευταίο μεγάλο σουνιτικό προπύργιο στο Ιράκ”.

Οι δηλώσεις Άσαντ για αγώνα μέχρι να ανακτήσει το σύνολο της Συρίας δείχνουν μια τέτοια κατεύθυνση που θα μπορούσε να βοηθήσει σε μεγάλο βαθμό στην επίτευξη αυτού του στόχου. Αλλά θα επανέφερε ένα στυγνό καθεστώς καταπίεσης για τους σουνίτες και θα μπορούσε να διατηρήσει την εξουσία μόνο μέσω της τρομοκρατίας και της στρατιωτικής ισχύος. Οπως έκανε ο πατέρας του, ή το καθεστώς του Σαντάμ Χουσεΐν όταν κυριάρχησε επί των σουνιτών στο Ιράκ, αφού είχε συνθλίψει τις εξεγέρσεις Σιιτών και Κούρδων, μαζί με το 80 τοις εκατό του πληθυσμού, το 1991.

Το φάσμα της πολύ απτής καταπίεσης χρησιμοποιούν για να εδραιώσουν την κυριαρχία τους οι σουνιτικές τζιχαντιστικές ομάδες, αλλά και οι σπόνσορες τους (Τουρκία, Σ. Αραβία, Κατάρ) για να συνεχίζουν τον πόλεμο κατά του αλεβίτη Ασαντ στην Συρία και του σιιτικού καθεστώτος στην Βαγδάτη. Αυτόματα όμως είναι προφανές ότι η αντιπαράθεση σουνιτών – σιιτών είναι μέρος των γενικότερων φιλοδοξιών των περιφερειακών δυνάμεων να κατοχυρωθούν ως υπερδυνάμεις στην Μ. Ανατολή και ρυθμιστές στην παγκόσμια σκηνή. Τον ρόλο αυτό επιθυμούν η Αγκυρα, η Τεχαράνη, αλλά και οι τοποτηρητές των “ιερών τόπων και παραδόσεων” στο Ριάντ

Η ύπαρξη των Κούρδων προσθέτει έναν αστάθμητο παράγοντα στην κρίση αυτή, καθώς η αυτόνομη ύπαρξη τους δεν είναι ιδιαίτερα αρεστή σε κανέναν από τους άλλους ‘παίκτες’, ενώ για κάποιους (Τουρκία, Ιράν) είναι ανάθεμα. Για Βαγδάτη και Δαμασκό οι Κούρδοι επιτελούν πολύτιμο έργο στην καταπολέμηση των τζιχαντιστών και η αυτονόμηση τους γίνεται ανεκτή στις παρούσες τραγικές συνθήκες. Για τους τζιχαντιστές αποτελούν θανάσιμους εχθρούς στο πεδίο της μάχης και ιδεολογικούς εχθρούς σε όλα τα επίπεδα. Παρά όμως την μαχητική τους ικανότητα, οι αριθμοί τους είναι λίγοι και οι γεωγραφικές συνθήκες δεν επιτρέπουν για περιπέτειες μακρυά από εδάφη που ήδη κατέχουν.

Με την Τουρκία να διολισθαίνει όλο και περισσότερο στην “ενός ανδρός αρχή” και δεδομένης της ανοικτής πλέον σύρραξης με το κουρδικής καταγωγής τμήμα του πληθυσμού της, η δυνατότητα πρόβλεψης των αντιδράσεων της Αγκυρας είναι αδύνατη. Η μέχρι τώρα αμοιβαία επωφελείς δοσοληψίες της Αγκυρας προς τα τζιχαντιστικά κινήματα στην περιοχή θα υποστούν βαρύτατο πλήγμα αν κλείσει ο διάδρομος προς τους αντάρτες στα σύνορα Συρίας-Τουρκίας. Ταυτόχρονα ο Ερντογάν δεν πτοείται από την πιθανότητα ρήξης με μια απρόθυμη Ευρώπη και μια κουρασμένη Αμερική.

Το πιο ελπιδοφόρο σημάδι στη Συρία είναι ότι η Ρωσία και οι ΗΠΑ σε ορισμένες περιπτώσεις ενεργούν από κοινού και έχουν τη δυνατότητα, για πρώτη φορά σε πέντε χρόνια για να πιέζουν τους συμμάχους τους σε συμφωνία κατάπαυσης του πυρός, όσο επισφαλής και βραχυπρόθεσμη αν είναι. Το δίδαγμα των τελευταίων πέντε ετών στη Συρία και των τελευταίων 13 χρόνων στο Ιράκ είναι ότι είναι πολύ δύσκολο για οποιονδήποτε στρατό, κυβέρνηση, πολιτοφυλακή, κόμμα, αίρεση ή εθνοτική ομάδα να αγωνιστεί με επιτυχία για μεγάλο χρονικό διάστημα χωρίς την υποστήριξη μιας ξένης δύναμης, πράγμα το οποίο αν χρησιμοποιηθεί από τους χορηγούς ως μέσο πίεσης..

Η πραγματική δοκιμασία για τους επόμενους μήνες θα είναι ο βαθμός στον οποίο οι ΗΠΑ και η Ρωσία έχουν την επιθυμία και την ικανότητα να επιβάλουν μια κατάπαυση του πυρός ή τουλάχιστον μια αποκλιμάκωση των μαχών. Δυστυχώς μια κατάσταση διαρκούς πολέμου είναι επιθυμητή τόσο στη κυβέρνηση στη Δαμασκό όσο και στους ακραίους φονταμενταλιστές εχθρούς της, και τους χορηγούς τους, που επιθυμούν μια μάχη μέχρις εσχάτων.