Οι ευρωσκεπτικιστικές πλασάρουν μια σειρά από μύθους για το οικονομικό κόστος της συμμετοχής στην ΕΕ. Αυτοί έχουν μικρή, αν έχουν καθόλου, εμπειρική βάση, αλλά οι Brexiters προσκολλώνται σε αυτούς πεισματικά, ωστόσο κάποιες φορές διαψεύδονται από μια σωστή ακαδημαϊκή έρευνα.

Αυτοί οι μύθοι σχηματίζουν ένα είδος κουβέρτας: η απλή πράξη της εγκατάλειψης της ΕΕ θα διοχέτευε οξυγόνο σε μια βρετανική οικονομία που ασφυκτιά, στην διαδικασία για την καταπολέμηση μιας ολόκληρης σειράς σύνθετων κοινωνικών και οικονομικών προβλημάτων. Οι μύθοι, χωρίς συγκεκριμένη σειρά, είναι οι εξής:

Το ρυθμιστικό πλαίσιο της ΕΕ είναι δαπανηρό: Σύμφωνα με τους ευρωσκεπτικιστές, το κόστος της ρύθμισης της ΕΕ έχει γίνει τόσο επαχθές που τώρα ξεπερνάει τα σχετικά μέτρια οφέλη από την συμμετοχή της Βρετανίας στην ενιαία αγορά. Αυτό είναι ανοησίες. Οι δείκτες του ΟΟΣΑ για το ρυθμιστικό πλαίσιο αποδεικνύουν ότι οι αγορές προϊόντων της Βρετανίας είναι οι δεύτερες λιγότερο ρυθμισμένες στον ΟΟΣΑ, και οι αγορές εργασίες είναι πολύ πιο αγγλοσαξονικές παρά ηπειρωτικές. Επιπλέον, το μεγαλύτερο μέρος του κανονισμού της ΕΕ θα χρειαζόταν να αντικατασταθεί από παρόμοιες ρυθμίσεις του Ηνωμένου Βασιλείου εάν η χώρα εγκαταλείψει την ΕΕ. Για παράδειγμα, καμία βρετανική κυβέρνηση δεν θα θέσει εκτός νόμου τα επιδόματα ασθένειας ή αδείας ή θα σκίσει την περιβαλλοντική νομοθεσία.


Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι κάποιες ρυθμίσεις της ΕΕ θα μπορούσαν να βελτιωθούν, όπως η οδηγία για τις ώρες εργασίας. Αλλά μακράν οι πιο σοβαροί περιορισμοί στην βρετανική οικονομική ανάπτυξη από την πλευρά της προσφοράς -μια οξεία έλλειψη στέγης, κορεσμένες υποδομές και ελλείψεις δεξιοτήτων- είναι γηγενείς.

Η συμμετοχή στην ΕΕ καταστρέφει το εμπόριο της Βρετανίας: Πολλοί ευρωσκεπτικιστές ισχυρίζονται ότι οι εμπορικοί και επενδυτικοί δεσμοί της Βρετανίας με τον υπόλοιπο κόσμο, εξασθενούν λόγω του προστατευτισμού από τους Ευρωπαίους εταίρους. Έξω από την ΕΕ, η Βρετανία θα ήταν πιο ανοιχτή και πιο ειλικρινής στην παγκοσμιοποιημένη φύση της. Θα είχε περισσότερους εμπορικούς δεσμούς με χώρες των οποίων η ζήτηση για βρετανικά αγαθά και υπηρεσίες είναι ισχυρή (το Ηνωμένο Βασίλειο έχει εμπορικό πλεόνασμα με χώρες εκτός ΕΕ) και εμπορεύεται λιγότερο με την ΕΕ, όπου η ζήτηση για τις βρετανικές εξαγωγές είναι ασθενής και με την οποία η Βρετανία εμφανίζει μεγάλο εμπορικό έλλειμμα. Αυτό είναι βαθιά παραπλανητικό.


Πρώτον, η Βρετανία δεν είναι ένας απογοητευμένος οπαδός της παγκοσμιοποίησης εντός της ΕΕ: οι δημοσκοπήσεις δεν υποδηλώνουν ότι οι απλοί Βρετανοί στηρίζουν πιο πολύ το ελεύθερο εμπόριο από ό,τι οι ομόλογοί τους σε άλλες χώρες της ΕΕ. Δεύτερον, δεν υπάρχει καμία ένδειξη ότι το βρετανικό εμπόριο με τον υπόλοιπο κόσμο περιορίζεται λόγω της συμμετοχής της Βρετανίας στην ΕΕ. Γιατί θα πρέπει να περιορίσει τις βρετανικές εξαγωγές στην Κίνα αλλά όχι της Γερμανίας; Τρίτον, υπάρχουν λίγες ενδείξεις ότι το βρετανικό εμπόριο εκτρέπεται από χώρες εκτός της ΕΕ σε άλλες της ΕΕ, αλλά πολλές ενδείξεις που θα εμφανίζουν ότι η συμμετοχή στην ΕΕ έχει τονώσει το βρετανικό εμπόριο με την Ευρώπη. Και είναι το εμπόριο με άλλες εύπορες χώρες που παράγουν παρόμοια αγαθά που κάνει τα περισσότερα για να τονώσει τον ανταγωνισμό και με αυτόν την αύξηση της παραγωγικότητας. Το εμπόριο με τις αναδυόμενες αγορές παρέχει λιγότερα από αυτά τα «δυναμικά” οφέλη. Το εμπόριο της Βρετανίας με την Ευρώπη έχει ασφαλώς υποστεί πλήγμα από την ασθενέστερη ζήτηση από την ευρωζώνη. Αλλά αυτό θα αποτελεί πρόβλημα είτε είναι το Ηνωμένο Βασίλειο στην ΕΕ είτε όχι.

Οι εσωτερικές επενδύσεις δεν συνδέονται με την συμμετοχή στην ΕΕ: Η Βρετανία είναι το σπίτι περισσότερων ξένων επενδύσεων από οποιαδήποτε άλλη χώρα της ΕΕ. Οι ευρωσκεπτικιστές έχουν δίκιο να υποστηρίζουν ότι αυτό αντανακλά τις δυνάμεις του Ηνωμένου Βασιλείου: ελεύθερες αγορές προϊόντων και εργασίας, η ακεραιότητα του νομικού του συστήματος, η ελκυστικότητα των εμπορικών της clusters (όπως το City του Λονδίνου) και την αγγλική γλώσσα. Αλλά κάνουν λάθος οταν υποστηρίζουν ότι η βρετανική επιτυχία δεν έχει καμία σχέση με την συμμετοχή της στην ΕΕ, και διπλά λάθος να υποθέσουν ότι το Brexit θα ενισχύσει τις ξένες επενδύσεις στο Ηνωμένο Βασίλειο, με την απελευθέρωση της χώρας από τις ρυθμίσεις της ΕΕ.

Για πολλούς ξένους επενδυτές, ειδικά στην μεταποίηση και στις χρηματοοικονομικές υπηρεσίες, η πρόσβαση της Βρετανίας στην ενιαία αγορά, είναι ένας σημαντικός παράγοντας έλξης. Έξω από την ΕΕ, η απώλεια της πρόσβασης στην αγορά και η επιρροή στους κανόνες και τις ρυθμίσεις της ΕΕ, θα μπορούσαν, τουλάχιστον για κάποιες από αυτές, να εξισορροπήσουν και με το παραπάνω τις άλλες έλξεις του Ηνωμένου Βασιλείου ωσ επενδυτικός τόπος.

Ο ευρωσκεπτικιστικός ισχυρός ότι μια Βρετανία ελεύθερη από την ΕΕ θα ήταν σε θέση να απορρυθμίσει την οικονομία της και ως εκ τούτου να προσελκύσει περισσότερες άμεσες ξένες επενδύσεις (FDI). βασίζεται σε μια σειρά από πλάνες. Πρώτον, οι ρυθμιστικοί κανόνες της ΕΕ δεν αποτελούν βαρίδι για την οικονομία. Παράγουν εμπόριο μεταξύ των κρατών-μελών. Για παράδειγμα, η κίνηση της ΕΕ να ανοίξει τους χρηματοπιστωτικούς κλάδους των κρατών-μελών στον ανταγωνισμό, έχει αυξήσει τις επενδύσεις στο Ηνωμένο Βασίλειο, το οποίο έχει ένα ισχυρό συγκριτικό πλεονέκτημα στα χρηματοοικονομικά. Αυτό δεν θα ήταν δυνατό χωρίς η ΕΕ να θέσει κοινά πρότυπα. Η δεύτερη πλάνη είναι ότι το Ηνωμένο Βασίλειο θα ανακτήσει την ρυθμιστική του κυριαρχία αν εγκαταλείψει την ΕΕ. Αλλά προκειμένου να μεσολαβήσει για συμφωνίες ελεύθερου εμπορίου με την ΕΕ και τις ΗΠΑ, η Βρετανία θα πρέπει να συμφωνήσει σε κοινά ρυθμιστικά πρότυπα σε πολλούς τομείς. Η τρίτη είναι ότι το βρετανικό εκλογικό σώμα θα αποδεχόταν μια διάβρωση των περιβαλλοντικών, κοινωνικών ή εργασιακών προτύπων μετά το Brexit.

Η μετανάστευση της ΕΕ είναι δαπανηρή: Η μετανάστευση στο Ηνωμένο Βασίλειο από την ΕΕ αυξήθηκε το 2004 μετά από την ένταξη των χωρών της κεντρικής και Ανατολικής Ευρώπης και έχει παραμείνει σχετικά υψηλή έκτοτε. Η Βρετανία είναι τώρα το σπίτι για ένα συγκρίσιμο ποσοστό ανθρώπων από άλλες χώρες της ΕΕ όπως η Γερμανία και η Γαλλία, αλλά είναι ακόμη μικρότερο από την Ολλανδία ή την Ισπανία.

Πολλοί Βρετανοί δεν αισθάνονται άνετα με ό,τι έχει συμβεί. Αλλά οι μετανάστες από την υπόλοιπη ΕΕ είναι, συνολικά, θετικό για την οικονομία του Ηνωμένου Βασιλείου. Υπάρχουν μικρές ενδείξεις ότι παίρνουν τις δουλειές από τους Βρετανούς. Και οι περιορισμένες ενδείξεις ότι οι μετανάστες της ΕΕ μειώνουν τους μισθούς των Βρετανών εργαζόμενων με χαμηλή εξειδίκευση, υποδηλώνει ότι οποιαδήποτε επίδραση είναι μικρή. ΟΙ μετανάστες της Βρετανίας από την ΕΕ είναι νέοι και πιο πιθανό να είναι σε απασχόληση από ό,τι οι Βρετανοί, και ως εκ τούτου πληρώνουν περισσότερα σε φόρους από ό,τι λαμβάνουν σε παροχές και δημόσιες υπηρεσίες.

Όταν υπάρχουν αρνητικές επιδράσεις για συγκεκριμένες ομάδες Βρετανών από την μετανάστευση από την ΕΕ, αυτές μπορούν να αντισταθμιστούν από τη δημόσια πολιτική, για παράδειγμα αυξάνοντας την προσφορά των δημόσιων υπηρεσιών σε τομείς με υψηλή μετανάστευση, και αλλαγές στους φόρους και τα επιδόματα για να τονώσει τα διαθέσιμα εισοδήματα των εργαζόμενων με χαμηλή ειδίκευση. Δυστυχώς, αυτό δεν συμβαίνει: Η Βρετανία χτίζει ένα τρίτο λιγότερα σπίτια από ό,τι έχτιζε το 2007. Η παροχή των δημόσιων υπηρεσιών είναι αρκετά αργή για να ανταποκριθεί στην αυξημένη ζήτηση. Και οι αλλαγές στο φορολογικό σύστημα και το σύστημα παροχών, καθιστούν τους φτωχούς χειρότερα, και όχι καλύτερα.

Το Brexit θα βελτίωνε τα δημόσια οικονομικά της Βρετανίας: Μεταξύ του 2014 και του 2020, η καθαρή συνεισφορά της Βρετανίας στον προϋπολογισμό της ΕΕ θα ήταν περίπου 0,5% του ΑΕΠ (σήμερα 9 δισ. στερλίνες) ετησίως. ΟΙ ευρωσκεπτικιστές υποστηρίζουν ότι αυτά τα λεφτά θα μπορούσαν να δαπανηθούν στο εσωτερικό. Αυτό είναι απλοϊκό. Πρώτον, το Ηνωμένο Βασίλειο θα μπορούσε να καταλήξει να συμβάλλει στον προϋπολογισμό της ΕΕ ακόμη κι αν αποχωρήσει από την ΕΕ. Εάν το Ηνωμένο Βασίλειο επρόκειτο να ενταχθεί στην Ευρωπαϊκή Οικονομική Περιοχή (ΕΕΑ) και να πληρώνει στον προϋπολογισμό της ΕΕ στην ίδια βάση με τη Νορβηγία, η συμβολή του δεν θα μειωνόταν κατά πολύ. Στην απίθανη περίπτωση που κατόρθωνε να διαπραγματευτεί μια συμφωνία όμοια με αυτή της Ελβετίας, η βρετανική συμβολή θα μειωνόταν περίπου κατά το ήμισυ. Επιπλέον, σύμφωνα και με τα δύο σενάρια, η οικονομία του Ηνωμένου Βασιλείου θα υπέφερε -περισσότερο εάν επιλέξει την ελβετική επιλογή παρά τη νορβηγική- ως εκ τούτου πλήττοντας τα φορολογικά έσοδα.

Εάν η Βρετανία εγκατέλειπε εξ ολοκλήρου την τροχιά της ΕΕ, θα εξοικονομούσε το πολύ 0,5% του ΑΕΠ της. Αλλά θα χρειαζόταν μόλις μια μικρή εξασθένιση του εμπορίου και των επενδύσεων μετά από ένα Brexit για να αποδυναμωθεί η δημοσιονομική θέση της Βρετανίας κατά 0,5% του ΑΕΠ. Και, σε κάθε περίπτωση, η Βρετανία θα δυσκολευόταν να μειώσει τις αγροτικές επιδοτήσεις και τα αναπτυξιακά κεφάλαια στις φτωχές περιοχές του Ηνωμένου Βασιλείου.

του Simon Tilford, από το capital.gr