Δεν θα καταχωθούν οι «δεσμώτες» που αποκαλύφθηκαν στο Φαληρικό Δέλτα, στο πλαίσιο εργασιών δενδροφύτευσης για το έργο «Κέντρο Πολιτισμού Ίδρυμα Στ. Νιάρχος», αλλά το εύρημα θα διατηρηθεί επιτόπου, ορατό και προσβάσισμο.

Στην παραπάνω γνωμοδότηση κατέληξαν τα μέλη του ΚΑΣ, έπειτα από οριακή πλειοψηφία (ισοψηφία στην ουσία), που προέκυψε με τη χρήση της «διπλής» ψήφου της προεδρεύουσας του Συμβουλίου, γγ του υπουργείου Πολιτισμού Μαρίας Ανδρεαδάκη – Βλαζάκη.

Η απόφαση δεν ήταν εύκολη. Έπρεπε να εξεταστούν όλα τα δεδομένα και τα ενδεχόμενα, όπως αυτά προέκυψαν μετά το πρόσφατο «συγκλονιστικό και άκρως σημαντικό εύρημα», όπως χαρακτηρίστηκε στο ΚΑΣ η ομαδική ταφή 80 δεσμωτών, που βρέθηκαν τοποθετημένοι ο ένας δίπλα στον άλλο (κάποιοι έχοντας δεμένα με σιδερένιους κλοιούς τα χέρια), οι οποίοι χρονολογούνται με ασφάλεια (μετά την εύρεση δύο τριφυλλόστομων οινοχόων) στο τρίτο τέταρτο του 7ου αι. π. Χ. Μια περίοδος ιδιαίτερα σημαντική, αλλά και αρκετά άγνωστη, γεμάτη ταραχές, εξεγέρσεις και επαναστάσεις μεταξύ οπαδών των αριστοκρατών και επίδοξων ανατροπέων, η οποία μπορεί να συσχετιστεί, όσον αφορά το συγκεκριμένο εύρημα, είτε με το Κυλώνειον άγος και τις ταραχές που ακολούθησαν είτε με αντίστοιχα ιστορικά γεγονότα.


Έπρεπε, επίσης, να εξεταστούν όλα τα στοιχεία που προέκυψαν μετά την αυτοψία στον χώρο από μέλη του ΚΑΣ (όπως προτάθηκε από την Μαρία Ανδρεαδάκη – Βλαζάκη στο Συμβούλιο της προηγούμενης εβδομάδας, λόγω της σημασίας του ευρήματος, αλλά και της ανάγκης εύρεσης της ιδανικότερης λύσης διαχείρισής του) και, κυρίως, μετά την παρουσία εμπειρογνωμόνων, από τους οποίους ζητήθηκε πιο εμπεριστατωμένη άποψη. Συγκεκριμένα, πρόκειται για την δρα Αναστασία Παπαθανασίου, αρχαιολόγο της Εφορείας Παλαιοανθρωπολογίας και Σπηλαιολογίας, με ειδίκευση στη βιοαρχαιολογία, και την δρα Ελένη Στραβοπόδη, αρχαιολόγο – ανθρωπολόγο της ίδιας Εφορείας, που παραβρέθηκαν στην σημερινή συνεδρίαση μαζί με την προϊσταμένη της αρμόδιας Εφορείας Αρχαιοτήτων Δυτικής Αττικής, Πειραιώς και Νήσων δρα Στέλλα Χρυσουλάκη.

Οι δυο ειδικοί τόνισαν την αξία του ευρήματος, κυρίως από ανθρωπολογική άποψη: Το δείγμα είναι ιδιαίτερα μεγάλο και σε καλή κατάσταση, γεγονός που μπορεί να δώσει, μέσω ανάλυσης αρχαίου DNA, για πρώτη φορά πληροφορίες για τη δημογραφία, την καταγωγή του πληθυσμού, τις τροφές που έτρωγαν, τις αρρώστιες που πιθανόν έπασχαν, κτλ.


Επισημάνθηκε, δε, η ανάγκη της επιτόπου συντήρησης μελέτης, πιθανόν και έκθεσης των ευρημάτων, καθώς, όπως τονίστηκε, δεν πρέπει να χαθεί καμία πληροφορία από το μοναδικό αυτό εύρημα. «Σε καμία περίπτωση δεν πρέπει να γίνει ανασκαφή, το εύρημα είναι πολύ ευαίσθητο, δεν πρέπει να διαταραχθεί» δήλωσαν οι δυο ανθρωπολόγοι, διευκρινίζοντας ότι η οστεολογική μελέτη μπορεί να ολοκληρωθεί, με εντατική εργασία, περίπου με ρυθμό ενός σκελετού την ημέρα, ενώ οι υπόλοιπες μελέτες είναι δυνατόν να γίνουν σε εργαστήρια. Επίσης, τόνισαν ότι είναι εφικτή και αναγκαία η άμεση χρονολόγησή τους με άνθρακα 14, που έχει απόκλιση περίπου 20 χρόνια.

Από την πλευρά της η δρ Στέλλα Χρυσουλάκη είπε ότι είναι πολύ πιθανόν κάτω από τις ταφές αυτές να υπάρχουν προγενέστερες, όχι πολύ μεγάλης χρονικής απόκλισης από εκείνες που βρέθηκαν, επισήμανε τη μεγάλη σημασία του ευρήματος, καθώς μπορεί να δώσει στοιχεία μοναδικά για τις κοινωνικές τάξεις της εποχής και τόνισε ότι η έκθεση για το κοινό θα πρέπει να έχει χρονική απόσταση από την μελέτη για να μην δοθούν «βιαστικά και ανασφαλή συμπεράσματα», ενδεχόμενο που μόνο η ολοκλήρωση της έρευνας μπορεί να αποτρέψει.

Για τους δεσμώτες που βρέθηκαν στην μεγάλη αδιατάρακτη συστάδα, διευκρίνισε ότι ετάφησαν αμέσως μετά τον θάνατό τους, πως για πρώτη φορά βρέθηκαν αγγεία, δηλαδή σπονδές προς αυτούς, που δείχνουν ότι επρόκειτο για Αθηναίους πολίτες (δηλαδή ανθρώπους που έχαιραν των προνομίων του Αθηναίου πολίτη και οι οποίοι μπορεί να κατάγονταν από οποιοδήποτε δήμο της Αττικής), ενώ οι ταφές έγιναν με σεβασμό, δεν ήταν επαχθείς. Όσο για το πώς παρέμειναν με τα χέρια ψηλά, οι ειδικοί απάντησαν ότι πολύ πιθανόν δύο άντρες να τράβηξαν τον κάθε «δεσμώτη» από τα χέρια, τοποθετώντας όλους στο σημείο που βρέθηκαν ή να μεταφέρθηκαν με κάποια σανίδα (η οποία στη συνέχεια αποσυντέθηκε), ίχνη της οποίας, αν όντως υπήρξε, πιθανόν να βρεθούν στην έρευνα.

Αξίζει να σημειωθεί ότι στη συνεδρίαση παρουσιάστηκαν οι τέσσερις προτάσεις που εκπόνησαν η διεύθυνση Συντήρησης Αρχαίων και Νεότερων Μνημείων και η διεύθυνση Προϊστορικών και Κλασικών Αρχαιοτήτων ως προς τις δυνατότητες που υπάρχουν για τη διατήρηση ή όχι των αρχαιοτήτων. Από τις προτάσεις αυτές, η απόσπαση ανά οστό απορρίφθηκε σχεδόν αμέσως λόγω των μειονεκτημάτων της (απώλεια ταφονομίας και αυθεντικότητας), ενώ συζητήθηκαν εκτεταμένα οι προτάσεις που αφορούσαν την απόσπαση ανά μπλοκ (συνολικά τρία μπλοκ όσες και οι συστάδες με τους σκελετούς), την επιτόπου διατήρηση και την κατάχωση των ευρημάτων.

Η πρόταση για την απομάκρυνση των μπλοκ σε παράπλευρο όρυγμα (αφού προηγηθεί ανασκαφική έρευνα), ώστε να τοποθετηθούν ειδική εσχάρα και στεγανολεκάνη από κάτω, καθώς και μια μεταλλική κατασκευή από πάνω που θα εξασφαλίζει ειδικές συνθήκες θερμομόνωσης, βασίστηκε σε μελέτη του Δημήτρη Κορρέ, μηχανικού, ειδικού στις μεταφορές αρχαίου υλικού, την οποία παρουσίασε ο αδελφός του, καθηγητής και μέλος του ΚΑΣ καθηγητής Μανώλης Κορρές, καθώς ο ίδιος ο μελετητής δεν μπορούσε να παραβρεθεί.

Η πρόταση που αφορούσε την επιτόπου διατήρηση, δηλαδή χωρίς να μετακινηθούν τα ευρήματα, είχε επίσης θετικά και αρνητικά δεδομένα, ενώ η πρόταση για την τελική κατάχωση -μετά τη διενέργεια λεπτομερών μελετών, δειγματοληψίας κ.α.- που είχε τις ίδιες πιθανότητες να επικρατήσει λόγω της ισοψηφίας των μελών του ΚΑΣ, είχε το προνόμιο της άμεσης προστασίας του ευαίσθητου συνόλου. Μάλιστα, ο Μανώλης Κορρές, όπως και άλλα μέλη, είχαν πει από την αρχή ότι αν δεν μπορεί να εξασφαλιστεί η διατήρηση κατά χώραν των οστών, τότε η κατάχωση είναι η επόμενη λύση.

Η προστασία των αρχαιοτήτων ήταν το κύριο μέλημα της συζήτησης. Με την άμεση κινητοποίηση που προβλέπεται μπορεί να επιτευχθούν όλοι οι στόχοι: Και η προστασία των ευρημάτων και ο εμπλουτισμός των ιστορικών και ανθρωπολογικών δεδομένων της εποχής, ακόμα και μια μελλοντική έκθεση των ευρημάτων που συνδέθηκαν με συγκλονιστικά ιστορικά γεγονότα του παρελθόντος.