Τον Σεπτέμβριο θα κλείσω τα 80. Είναι μια ηλικία εντυπωσιακή αριθμητικά. Υπάρχουν μέρες που νιώθω μικρότερη, πολύ μικρότερη. Όταν δουλεύω και κάνω κάτι που με ενδιαφέρει, δεν έχω ηλικία. Τις προάλλες βέβαια έπεσα και χτύπησα το πόδι μου, γι’ αυτό με βλέπεις να κουτσαίνω λίγο. Όταν κουτσαίνεις όμως στα 20, λες απλά «κουτσαίνω». Όταν το κάνεις στα 80, λες «ωχ»!

Το παιδικό θέατρο είναι κάτι πολύ ζωντανό και φρέσκο, που προσφέρει πολλές αφορμές για να φαντάζεσαι πράγματα, περισσότερο ίσως από το θέατρο για μεγάλους. Με ξεσηκώνει κάθε φορά που το κάνω.

Δεν ξέρω αν τα παιδιά είναι πιο δύσκολοι κριτές. Είναι και δύσκολοι και εύκολοι… Έχουν όμως αλήθεια μέσα τους και όταν βαριούνται, τους φαίνεται. Ο ενήλικας μπορεί να βλέπει μια παράσταση, να μην τον ενδιαφέρει και να σκέφτεται πού θα πάει να φάει μετά. Το παιδί δεν είναι έτσι. Εάν δεν τον ενδιαφέρει, θα σηκωθεί απ’ την καρέκλα του, θα ζητάει τούτο ή εκείνο.


Εμένα μικρή δεν μου έλεγαν παραμύθια. Η μαμά μου δεν μου είπε ποτέ, γιαγιά δεν είχα. Ο μπαμπάς μου μου έλεγε ένα παραμύθι συχνά όταν ήμουν μικρή. Ήταν το ίδιο παραμύθι κάθε φορά και ήθελα να το ακούω έτσι ακριβώς. Όταν έγραψα τον «Οδυσσεβάχ», βέβαια, αφιέρωσα την παράσταση στη μαμά μου, για τα παραμύθια που μου έλεγε. Είπα ψέματα για να την ευχαριστήσω… Χαζομάρα έκανα, γιατί ούτε που το πρόσεξε.

Το σπίτι μας στο Ψυχικό ήταν για μένα ένας παράδεισος. Όταν χάθηκε αυτός ο παράδεισος, με τον χωρισμό των γονιών μου, έπαψα πια να είμαι παιδί. Θυμάμαι πολύ έντονα όλη την παιδική μου ηλικία, ακόμα και πράγματα πολύ παράξενα. Λεπτομέρειες ανάγλυφες, αναμνήσεις σημαντικές, κι άλλες ασήμαντες. Γενικά είχα μεγάλη φαντασία, έφτιαχνα ιστορίες στο μυαλό μου και πέρναγα πολύ καλά.


Ήμουν ένα αρκετά κλειστό παιδί. Ήμουν τυχερή, γιατί στο σχολείο βρήκα το θέατρο. Αρχίσαμε να κάνουμε παραστάσεις με τη φίλη μου τη Μαρίνα Καραγάτση, γράφαμε, παίζαμε, και αυτό μου άνοιξε έναν ορίζοντα. Κατάλαβα ότι αυτό θέλω να κάνω στη ζωή μου, αν και σκεφτόμουν διάφορα άλλα επαγγέλματα: αρχιτέκτονας, να γίνω δασκάλα με δικό μου σχολείο, φιλόλογος.

Βλέπω εκείνο το μαυρόασπρο κορίτσι των ταινιών και δεν το αναγνωρίζω. Καταρχήν προσπαθούσα να κάνω τη μικρούλα. Ενώ ήμουν μικρή ήταν της μόδας τότε να μιλάμε με πιο ψιλή φωνή, να κάνουμε σκέρτσα. Τα έκανα κι εγώ, γιατί μου τα ζητούσανε. Στην πρώτη-πρώτη ταινία, στο «Η κυρά μας η μαμμή» είμαι πολύ κανονική. Μετά άρχισα να μπαίνω σε ένα καλούπι. Κάποιες φορές νιώθω πως με αγαπούν για κάτι που δεν με αφορά.

Για χρόνια δεν ήξερα τι θα πει αγκαλιά ή τρυφερότητα με τους οικείους σου. Δεν το συνηθίζαμε στο σπίτι, ούτε με τον μπαμπά ούτε με τη μαμά. Με τον Κωστή (σ.σ. τον σύζυγό της) το έμαθα αυτό. Κατάλαβα ότι ποτέ δεν είναι αργά τελικά…

Ο έρωτας με τον Κωστή ήταν σαφέστατα καθοριστικός. Σαρωτικός δεν ξέρω… Ήταν κάτι πολύ βαθύ και στέρεο απ’ την αρχή. Τον ερωτεύτηκα με πάθος, αλλά δεν ήταν ένας κεραυνοβόλος έρωτας. Ήταν ένας άνθρωπος που ήξερα, που ήταν ήδη φίλος.

Ο Γιάννης (σ.σ. Φέρτης) βέβαια, σε ανύποπτο χρόνο, μου είπε ότι ο Κωστής θα μου πήγαινε ως σύντροφος, ότι ταιριάζαμε. Πολύ πριν ο Γιάννης αγαπήσει μια άλλη γυναίκα και ενώ ο Κωστής ήταν ακόμα παντρεμένος.

Μια φορά χαθήκαμε με τον Κωστή στο Παρίσι. Χωρίς τηλέφωνα ή τα κινητά, που τα έχετε δυο-δυο εσείς σήμερα. Και ξαφνικά τον είδα στο απέναντι πεζοδρόμιο και έκανα μια χαρά τεράστια, λες και ζούσε στο παραπέτασμα.
Ο Γιάννης αγάπησε μια άλλη γυναίκα και χωρίσαμε. Ήμουν χάλια, γιατί ήμουν δεμένη με αυτόν τον άνθρωπο περισσότερα από δέκα χρόνια. Ξαφνικά ανακάλυψα ότι αγαπάει μια άλλη γυναίκα, την Τάνια Τσανακλίδου. Ήταν οδυνηρό, πονούσα. Αλλά απ’ εκεί και πέρα τον κατάλαβα. Δεν θεώρησα ότι είναι προδοσία. Μπορεί να συμβεί σε δυο ανθρώπους που ζούνε καιρό μαζί. Εκ των υστέρων θεωρώ ότι είναι κάτι πολύ φυσιολογικό. Όταν το ζούσα όμως, ήταν οδυνηρό.

Ο χρόνος αλλάζει τη σχέση μας με τα πράγματα. Τα τραύματα δεν πονάνε πια όπως στην αρχή. Πιο παλιά δεν ήθελα ούτε τα τραγούδια της ν’ ακούω! Τώρα ακούω την Τάνια να τραγουδάει και λέω «Αχ, βρε Τάνια, τι έχουμε περάσει και οι δυο…».

Αυτό το βιβλίο, «Γράμμα στον Κωστή», το έγραψα από ανάγκη. Τώρα αν είναι ξεγύμνωμα ή όχι, δεν ξέρω… Παρουσιάστηκα στους άλλους όπως είμαι. Ήταν μια ανάγκη δική μου. Αρχικά το γράψιμο ήταν πολύ οδυνηρό, έγραφα και έκλαιγα. Μετά ήταν ανακούφιση και στο τέλος ήταν χαρά. Σαν κάθαρση!

Σήμερα μου λείπει η παρουσία του… Δεν θα πω ψέματα. Στο σπίτι είμαι μόνη μου με τη γάτα μου, που δεν είναι και καμιά σπουδαία γάτα. Άλλοτε είναι ήρεμη, άλλοτε δαγκώνει, γρατσουνάει. Ο Κωστής μπορεί να καθόταν στο γραφείο του, να ήμουν εγώ στο δικό μου και να μου τηλεφωνούσε για να με ρωτήσει «τι ώρα θα φάμε αγάπη μου;». Ήξερα ότι υπάρχει δίπλα μου και αυτό είναι ένα αίσθημα που δεν το έχω πια.

Βλέπω μπροστά, αν και δεν μου μένει πολύς χρόνος για το μπροστά. Έχω διάφορα σχέδια, που καμιά φορά αναρωτιέμαι αν θα προλάβω να τα κάνω. Είναι μια ιδέα για ένα θεατρικό που θέλω να φτιάξουμε με τον Θωμά (σ.σ. Μοσχόπουλο) αλλά αυτό θέλει χρόνο. Θα προλάβω; Ελπίζω να είμαι καλά.

Νεότερη είχα τέσσερις αποβολές. Και όπως ήταν φυσικό, έριχνα ευθύνες στον εαυτό μου. Θέλω να πιστεύω ότι δεν έφταιγα εγώ… Έτσι ήμουν φτιαγμένη. Αλλά ένιωθα ανεπαρκής. Κάτι που είναι φυσικό να γίνει, μια γυναίκα να φέρει στον κόσμο ένα παιδί, με μένα δεν συνέβαινε. Από μικρή φανταζόμουν την οικογένειά μου, τα παιδιά μου. Δεν έγινε ποτέ… Έχω όμως τα παιδιά του Κωστή και τα εγγόνια του.

Τα πρώτα χρόνια ήταν αμήχανα με τα παιδιά του Κωστή. Χρειάστηκε χρόνος και σιγά-σιγά αποκτήσαμε σχέσεις. Εδώ ήταν το δεύτερο σπίτι τους. Με πείραζε στην αρχή που άκουγα να με λένε «μητριά». Ήξερα ότι πάντα θα ήμουν μητριά και όχι μάνα.

Πολλές φορές μου λένε «εσείς έχετε τόσα παιδιά στο θέατρο». Δεν έχει καμία σχέση ένα παιδί που βλέπει θέατρο και παραστάσεις μου. Δεν έχουν τόση επαφή μαζί μου. Μόνο όταν λέω παραμύθια. Μια φορά τον μήνα έρχονται στο θέατρο παιδιά και τους διαβάζω παραμύθια. Αλλά, μη λέμε σαχλαμάρες, αυτά δεν είναι παιδιά δικά μου.

Δεν ξέρω αν θα ήμουν καλή μητέρα… Κάποτε πίστευα πως θα ήμουν εξαιρετική. Εκ των υστέρων, δεν είμαι σίγουρη. Δεν είναι τόσο απλό να είσαι μητέρα, ιδιαίτερα με τόσα πράγματα που έκανα. Χάλια πάντως δεν θα ήμουν.

Δεν μετανιώνω που τελικά δεν υιοθέτησα ένα παιδί. Το γράφω και στο βιβλίο πως έφτασα στο παρά πέντε να υιοθετήσω, αλλά τελικά δεν το έκανα. Ο Κωστής είχε δυο υπέροχα παιδιά και θα έμπαινε στη μέση ένα παιδί που δεν θα ήταν δικό του, που δεν το είχε ανάγκη και θα το έκανε για μένα. Δεν το έκανε για τον εαυτό του… Δεν ήθελα να τον δυσκολέψω, δεν του άξιζε.

Χαίρομαι τη ζωή μου και τη θέλω. Δεν με τρομάζει ο θάνατος, ούτε νομίζω ότι έχει πολύ νόημα να προετοιμάζεσαι. Θα γίνει, όλοι θα πεθάνουμε κάποια στιγμή. Έχω κάνει τη διαθήκη μου από χρόνια, τα έχω τακτοποιήσει. Θα έπρεπε να τακτοποιήσω και αυτό το χάος στο σπίτι με τα βιβλία του Κωστή, τα δικά μου, τις σημειώσεις του, τις δικές μου, αλλά είναι μεγάλος κόπος. Κάποια στιγμή ελπίζω να το κάνω.

Φοβάμαι πολύ τη διαδικασία του θανάτου. Για να φτάσεις στον θάνατο μπορεί να περάσεις πολύ άσχημα. Δεν θέλω να είμαι σε ένα νοσοκομείο με σωληνάκια και να υποφέρω, να αναγκάζονται οι φίλοι μου ή τα παιδιά να έρχονται να με δουν. Αυτό δεν το θέλω. Αν μπορούσα μόνο να πεθάνω έτσι ήρεμα, γλυκά. Όπως πεθαίνουν στις κινηματογραφικές ταινίες. Ήρεμα, έχεις γύρω σου κάποιους αγαπημένους σου, τους χαμογελάς, κλείνεις τα μάτια, πέφτει και μια ωραία μουσική και γράφει τέλος.

* Το βιβλίο «Γράμμα στον Κωστή» κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Πατάκης.
Από τον Πιερή Παναγή – από το philenews.com