Αρχικά προορισμένο για μικρού μήκους, το «Φωτιά στη θάλασσα» ξεδιπλώθηκε τελικά σε ένα σχεδόν δίωρο ντοκιμαντέρ, που καταγράφει την καθημερινότητα της Λαμπεντούζα, ενός νησιού της Ιταλίας με 5.500 κατοίκους.

FUOCOAMARRE

Σκηνοθεσία: Τζιαφράνκο Ρόζι


Ντοκιμαντέρ

Ιταλία


Διάρκεια: 108 λεπτά.

Ο 51χρονος Τζιαφράνκο Ρόζι έγινε γνωστός στο κινηματογραφικό κοινό, όταν το ντοκιμαντέρ του για τον αυτοκινητόδρομο της Ιταλίας Sacro GRA κέρδισε το 2013 το Χρυσό Λιοντάρι στο Φεστιβάλ Βενετίας, σπάνια διάκριση για ταινία τεκμηρίωσης.

Αφουγκραζόμενος την κατεπείγουσα σύγχρονη πραγματικότητα, ο Ιταλός σκηνοθέτης παραδίδει τώρα το νέο του φιλμ για το πλέον φλέγον θέμα της εποχής μας.

Αρχικά προορισμένο για μικρού μήκους, το Φωτιά στη θάλασσα ξεδιπλώθηκε τελικά σε ένα σχεδόν δίωρο ντοκιμαντέρ, όπου καταγράφεται η καθημερινότητα της Λαμπεντούζα, ενός νησιού της Ιταλίας με 5.500 κατοίκους.

Ένα νησί που λειτουργεί παράλληλα για χιλιάδες ανθρώπους και ως ελπιδοφόρο πέρασμα στην Ευρώπη. 400.000 πρόσφυγες υπολογίζεται ότι έχουν βρεθεί εκεί τα τελευταία χρόνια. Δίπλα σε αυτούς, υπάρχει όμως και ένας μεγάλος αριθμός που δεν έφτασε ποτέ στο νησί, βρίσκοντας τραγικό θάνατο στη θάλασσα.

Ο Ρόζι χρησιμοποιεί μία ψύχραιμη, σχεδόν ψυχρή, αποστασιοποιημένη ματιά, κινούμενη σε δύο αφηγηματικούς ρυθμούς.

Από τη μία, η δύσκολη, πεζή ρουτίνα του νησιού, μέσα κυρίως από τα αθώα μάτια ενός μικρού αγοριού, του Σαμουέλε, που καταφεύγει για διασκέδαση στα παιχνίδια με τη σφεντόνα του.

Ο Σαμουέλε, αν και εξαιρετικά μικρός, γνωρίζει ότι μοναδική προδιαγεγραμμένη επαγγελματική διέξοδος είναι η ενασχόληση με τη θάλασσα, αναγκαστική για τους κατοίκους του νησιού.

Αυτόματα όμως νιώθει σαν να μην ενδιαφέρεται για αυτήν, σαν να μην την αποζητάει, προφασιζόμενος ακόμη και κρίσεις άγχους. Εξ ου και αισθάνεται ναυτία, αν και πιέζεται από τους δικούς του να πηγαίνει στην πλωτή γέφυρα όταν έχει φουσκοθαλασσιά για να συνηθίσει, ενώ και στο κουπί δεν φαίνεται να τα καταφέρνει.

Μαζί με τον πιτσιρικά, παρακολουθούμε και σκόρπια στιγμιότυπα από τη ζωή άλλων κατοίκων. Ανάμεσά τους και ο γιατρός Πιέτρο Μπαρτόλο, ο οποίος με αυταπάρνηση εξετάζει τους πρόσφυγες, ζωντανούς και νεκρούς, επισημαίνοντας ότι αποτελεί καθήκον κάθε ανθρώπου να βοηθάει.

Ταυτόχρονα, ένα ραδιόφωνο ακούγεται συχνά καθ’ όλη τη διάρκεια του φιλμ, παίζοντας και το ομώνυμο τραγούδι Fuocoamarre, ενώ μια γυναίκα την ώρα που κάνει τις δουλειές του σπιτιού, ενημερώνεται για τον πνιγμό πολλών ανθρώπων στη θάλασσα, λέγοντας απλώς “Καημένες ψυχές”.

Αυτή άλλωστε είναι και η πραγματικότητα, όπως έχει διαμορφωθεί. Οι συνήθως ασήμαντες ζωές όλων μας συνεχίζονται, ενώ γύρω μας η θάλασσα, όσο και αν δεν αποτελεί δρόμο, όσο και αν δεν αποτελεί πέρασμα, καθημερινά φλέγεται, συγκροτώντας ένα ατελείωτο νεκροταφείο ψυχών.

Από την άλλη πλευρά, είναι το οικουμενικό δράμα. Λίγες συγκριτικά είναι οι σκηνές με τα σωστικά σκάφη να περισυλλέγουν πρόσφυγες.

Πρόσωπα έρημα, απελπισμένα, συντετριμμένα που κάποιες φορές κοιτούν στην απόγνωσή τους κατάματα τον θεατή. Ένας Νιγηριανός μονολογεί σχεδόν ένα μοιρολόι, καταλήγοντας ότι παρά τα μύρια δεινά “Σήμερα είμαστε ζωντανοί.

Η ζωή είναι ένα ρίσκο και πρέπει να το παίρνεις”. Ρισκάρεις συνέχεια. Το πού θα οδηγηθείς είναι άγνωστο. Σε μία καλύτερη ζωή ή στον Θάνατο, άγνωστο. Ίσως απλά και μόνο στην επιβίωση. Για κάποιους αυτό και μόνο είναι αρκετό.

Ο Ρόζι απομακρύνεται από το ντοκιμαντέρ- καταγγελία, όπως επίσης και από τον κινηματογράφο της ποίησης, αποτυπώνοντας με την κάμερά του απλά μία ασφυκτική πραγματικότητα.

Συνδυάζοντας, όπως και στο Sacro GΡΑ, το ανεπαίσθητα μικρό με το αδιόρατα μεγάλο, το προσωπικό με το συλλογικό, η αλήθεια είναι ότι η ταινία δεν σε συνεπαίρνει με τα πλάνα της, ακριβώς λόγω της αποστασιοποιημένης ματιάς του σκηνοθέτη.

Άλλωστε, στο πρόσφατο παρελθόν έχουν γυριστεί ουκ ολίγες ταινίες με ήρωες που αναζητούν απελπισμένα ένα καλύτερο αύριο, οι οποίες σε ταρακουνούν συναισθηματικά (το συγκλονιστικό ελβετικό Journey of hope του Ξαβιέ Κολέ που απέσπασε το Όσκαρ καλύτερης ξενόγλωσσης ταινίας το 1990, αλλά δεν προβλήθηκε ποτέ στις ελληνικές αίθουσες, το In this world του Μάικλ Ουιντερμπότομ, το Welcome του Φιλίπ Λιορέ).

Όμως, η ταινία του Ρόζι είναι αυτή που έρχεται τη δεδομένη χρονική στιγμή και έχει τη σημασία του κατεπείγοντος. Γι’ αυτό και κέρδισε τη Χρυσή Άρκτο στο Φεστιβάλ Βερολίνου (μία συνεχόμενη πολιτική επιλογή μετά την περσινή νίκη του Ταξί στην Τεχεράνη του Τζαφάρ Παναχί), ενώ ο πρωθυπουργός της Ιταλίας Ματέο Ρέντσι μοίρασε dvd της ταινίας σε συνάντηση κορυφής των Ευρωπαίων ηγετών.

Απαντήσεις φυσικά δεν δίνονται στην ταινία, όπως άλλωστε και στην πραγματικότητα. Το προσφυγικό είναι ένα τεράστιο θέμα που μας ξεπερνά κατά πολύ και δυστυχώς δεν έχει διερευνηθεί ακόμη με τη δέουσα σοβαρότητα και σε όλες του τις πτυχές. Ο Ρόζι το γνωρίζει καλά, γι’ αυτό η ταινία του δεν είναι μόνο για το προσφυγικό, αλλά για κάτι πολύ πιο σημαντικό, τη δυσκολία του να ζεις.